Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

H διαθήκη μου - Μιχάλης Κατσαρός

Μιχάλη Κατσαρού
Η διαθήκη μου
Αντισταθείτε 
     σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι 
     και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι
στο σπίτι
     και λέει: Δόξα σοι ο Θεός
Αντισταθείτε 

στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών 
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί - εξαγωγαί 
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο 
σ’ εμένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε 

σ’ αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
      ατέλειωτες τις παρελάσεις
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε

στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε 

πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι 
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν 

σ’ εμένα ακόμα που σας ιστορώ. 

Αντισταθείτε πάλι
σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι 

σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή 
      δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα 
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους. 
Αντισταθείτε
στις υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων 

στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία 
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
 
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους 

στους θεατές
στον άνεμο

σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς 
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σ’ εμένα, σ’ εμένα ακόμα που σας ιστορώ
      αντισταθείτε. 


Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία. 

Υστερόγραφο
Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
—καθώς διαβάστηκε—
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.
Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν —
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
      ποιος είναι αυτός που πνίγει.
Κι εσύ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σού τάζουν. 
Κατά Σαδδουκαίων, 1953
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ποίημα Η διαθήκη μου δημοσιεύτηκε, με λογοκριμένους τους γκρίζους εδώ στίχους του, στην προοδευτική εφημερίδα της Αθήνας Δημοκρατικός Τύπος (8.10.1950). Ο ποιητής απάντησε ενοχλημένος στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας με το Υστερόγραφο.-

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Ανακαλύφθηκαν αριθμοί και γράμματα στα μάτια της Mona Lisa

Ανακαλύφθηκαν αριθμοί και γράμματα στα μάτια της Mona Lisa.

Μια νέα ανακάλυψη έκαναν οι συντηρητές του πίνακα του Leonardo Da Vinci ,Mona Lisa όπου ανακάλυψαν γράμματα και αριθμούς καλά κρυμμένους στα μάτια της.
Βρίσκονται στην κόρα των ματιών της και έχουν ήδη διακρίνει τα γράμματα L και V. Η ανακάλυψη έγινε τώρα με την χρήση μικροσκοπίου και αποκάλυψε ένα ακόμα κρυφό μυστικό του Da Vinci.
O Silvano Vinceti πρόεδρος του Ιταλικού National Committee for Cultural Heritage, που εξέτασε τον πίνακα ανέφερε ότι «με γυμνό μάτι δεν μπορεί να δει κανένας τα νέα ευρήματα αλλά σίγουρα μπορεί να διακρίνει έστω και κάτι ακόμα και με μεγεθυντικό φακό.»Επίσης τόνισε ότι « στο δεξί μάτι φαίνονται καθαρά τα γράμματα L και V τα οποία πιστεύουμε ότι αναφέρονται στο όνομα του δημιουργού ενώ στο αριστερό υπάρχουν διάφορα σύμβολα τα οποία ακόμα δεν έχουμε ξεκάθαρες απαντήσεις τι μπορεί να σημαίνουν. Υπάρχoυν ένα B , ένα CE, ο αριθμός 72 ,κάτι που μοιάζει με L και ο αριθμός 2. »
«Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο πίνακας είναι 500 ετών και δεν μπορεί να είναι ξεκάθαρο μετά από τόσα χρόνια τι είχε πρωτογραφτεί επάνω. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για λάθος τους καλλιτέχνη αλλα ότι έβαλε τα σημάδια εκεί για κάποιον δικό του λόγο.»

http://www.7news.gr/

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

tromaktiko: Ποιος σκότωσε τον Καραβάτζιο;

tromaktiko: Ποιος σκότωσε τον Καραβάτζιο;: "Μύθοι, θρύλοι και σενάρια για το τέλος του μεγάλου ζωγράφου Κατά πόσο μπορεί η εκταφή των οστών που βρέθηκαν σε μια κρύπτη της Τοσκάνης να....."

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

Χθες το βράδυ είδα ένα όνειρο. Ένα όνειρο τόσο ζωντανό, που μπορούσα να μυρίσω, να αγγίξω, να γευτώ.
Λένε πως κάθε μέρα βλέπουμε δεκάδες όνειρα στον ύπνο μας. Γιατί όμως το πρωί θυμόμαστε μόνο κανα-δυο απο αυτά; Ποιός είναι αυτός που επιλέγει τι θα θυμόμαστε το επόμενο πρωί; Το μυαλό μας, η ψυχή μας, η μοίρα; Ναι, αυτή είναι, η μοίρα, δε μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς. Αλλά πάλι, ποιός μπορεί να εξηγήσει τα όνειρα; Όσους ονειροκρίτες και αν άνοιξα, με όσες μακρινές «θείες» από το χωριό κι αν μίλησα, κάθε ένας έδινε και μία διαφορετική ερμηνεία.
Ίσως εσύ μπορέσεις να μου πεις την αλήθεια:
Ήμουν σε ένα μεγάλο αυτοκίνητο και οδηγούσα. Ήθελα να σε δω, να σε αγγίξω, να σε νιώσω. Ξεκίνησα από την Αθήνα και διέσχισα όλο το δρόμο ως την Αλεξανδρούπολη σχεδόν πετώντας για να σε βρώ. Οδηγούσα ώρες αμέτρητες, που έμοιαζαν λεπτά, δευτερόλεπτα, επειδή ήξερα ότι κάποια στιγμή θα σε αντίκρυζα. Και όσο πιο πολύ πλησίαζα, τόσο περισσότερο μάκραινε ο δρόμος...Μα δε με ένοιαζε ούτε η νύχτα που είχε αρχίσε να απλώνεται, ούτε η βροχή που έπεφτε. Ερχόμουν σε ’σένα, αυτό μόνο με ένοιαζε.
Τρεις μήνες είχα να σε δω.Τρεις μήνες σε σκεφτόμουν συνέχεια. Στη δουλειά, στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, όταν έκανα τσιγάρο, όταν έπεφτα να κοιμηθώ. Τρεις μήνες είχες να με δεις και με έπαιρνες τηλέφωνο συνέχεια, από τη δουλειά, από το σπίτι, από το αυτοκίνητο, όταν έκανες τσιγάρο, όταν έπεφτες να κοιμηθείς. Κάθε μέρα συζητούσαμε τι θα κάναμε όταν συναντιόμασταν, πως θα ρουφούσαμε κάθε λεπτό μας μαζί.
Δεν ήθελα τίποτα άλλο, παρά μόνο να σε αντικρύσω. Και τότε θα έπεφτα με τόση μανία στην αγκαλιά σου! Δεν ξέρω τί θα έκανα...Θα σε φιλούσα μέχρι να μη μπορώ να αναπνεύσω, ή θα σε χτυπούσα λυσσωδώς που κατάφερες τόσο καιρό να μείνεις μακρυά μου;
Και τα χιλιόμετρα έμεναν πίσω μου, και η μορφή σου έμενε μπροστά μου...
Ένα αχνό κόκκινο φως φάνηκε στο κοντέρ. Βενζίνη. Στα όνειρα πολλές φορές κάνεις πράγματα καθημερινά, συνηθισμένα, ίσως για να καταλάβεις ότι αυτά που συμβαίνουν δεν απέχουν και πολύ από την πραγματικότητα.
Στο βάθος διακρίνω ένα βενζινάδικο με μπλε φώτα. Μπλε, το αγαπημένο σου χρώμα. «Όλη μου η ζωή θέλω να έχει το γαλάζιο του ουρανού, όλες μου οι χαρές το σμαραγδένιο χρώμα της θάλασσας και όλες μου οι λύπες το ανταριασμένο μπλε της τρικυμμίας», μου είχες πει. Και ευχόμουν να μπορούσα να γίνω ο ήλιος που θα φώτιζε τη ζωή σου, η άμμος που θα τόνιζε την ηρεμία σου, ο άνεμος που θα αγρίευε τη μανία σου.
Σταματάω για να βάλω βενζίνη. Τί περίεργο...Όλος ο τόπος μυρίζει το άρωμά σου! Μια σκοτεινή φιγούρα βγαίνει από έναν ακόμα πιο σκοτεινό θάλαμο. Πλησιάζει το αυτοκίνητο και βάζει τη μάνικα. Και το άρωμά σου γίνεται εντονότερο. Όπως εκείνα τα πρωινά, λίγο πριν φύγεις για τη δουλειά, που αρωμάτιζες ολόκληρο το σπίτι με την κολώνιά σου και έπειτα πλησίαζες στο κρεβάτι που ήμουν ξαπλωμένη και μου ΄λεγες «Δε βάζω άρωμα πάνω μου, αλλά στο χώρο που θα κινείσαι για να με νιώθεις κοντά σου».
Χαζεύω τους μετρητές στην αντλία. Ο ένας σταματάει στο «94». Έπειτα ο δεύτερος, «214». Ψάχνω σε ένα ντουλαπάκι και βρίσκω 2 χρυσά κέρματα. Απλώνω το χέρι από τη μεριά του συνοδηγού και περιμένω τον άντρα να τα πάρει. Δε θέλω να έρθει από τη μεριά μου, σκιάζομαι και μόνο στην ιδέα, χωρίς να ξέρω το γιατί. Δίνω τα βαλάντια και φεύγω γρήγορα. Το άρωμά σου έχει μείνει στο αυτοκίνητο και η προσμονή να σε ανταμώσω γίνεται όλο και δυνατότερη. Πολλές φορές, το βίωμα αυτής της γλυκιάς λαχτάρας λίγο πριν τη συνάντηση με τον άλλο είναι καλύτερο από το ίδιο το αντάμωμα. Αλλά η δική μου η λαχτάρα νομίζω πως δεν αντέχεται πια, αλήθεια, δεν παλεύεται!
Και τα χιλιόμετρα έμεναν πίσω μου, και η μορφή σου έμενε μπροστά μου... Περνάω τη Θεσαλλονίκη, έχει πια βραδιάσει για τα καλά και κάθε φως που βλέπω στον ορίζοντα εύχομαι να είναι το φως του δωματίου σου, κάθε δεντράκι που αχνοφαίνεται στο βάθος του δρόμου εύχομαι να είναι το φούλι που έχεις στο μπαλκόνι σου. Το θυμάσαι αυτό το φούλι; Μια φορά που είχαμε τσακωθεί είχα πιάσει τη γλάστρα και στην είχα πετάξει! Έγινε κομμάτια τότε, μόνο ένα μικρό κλαδάκι δε διαλύθηκε από την πτώση. Και αργότερα, την ώρα της γλυκειάς συμφιλίωσης, καθίσαμε μαζί και το ξαναφυτέψαμε, αυτό το τόσο δα κλαδάκι, και ορκιστήκαμε να το προστατεύσουμε από τότε και στο εξής να γίνει μεγάλο, και να θεριέψει όπως και η αγάπη μας. Και έτσι έγινε. Και όταν ήρθε η ώρα να φύγεις σου έδωσα τη γλάστρα λέγοντάς σου πως πρέπει να το φροντίζεις σα να είμαι εγώ αυτό το δεντράκι, με τα μικρά, λευκά και ευωδιαστά άνθη.
Η ώρα περνάει... Η απόσταση μικραίνει...όπου να ’ναι θα είμαι κοντά σου αγαπημένε μου... Ακούω την καρδιά μου, κοντεύει να σπάσει και να βγει απ’ τα σωθικά μου! Μπαίνω στην Αλεξανδρούπολη. Είμαι λίγη ώρα μακρυά σου! Νιώθω τα πόδια μου να τρέμουν, σκέφτομαι τις πρώτες λέξεις που θα σου πω μόλις σε δω και έπειτα τις ακυρώνω πάλι στο μυαλό μου, σκεφτόμενη πως δεν είναι οι σωστές, πως ό,τι κι αν πω θα είναι λίγο για να σου εξηγήσω το πόσο πολύ μου έλειψες, το πως νιώθω τώρα που σε συναντώ!
Φτάνω στη γειτονιά σου. Ξεφνικά το μεγάλο αυτοκίνητο αρχίζει να μικραίνει. Νιώθω να ασφυκτιώ και το μόνο που θέλω είναι να πεταχτώ έξω από αυτό και να χωθώ στην αγκαλιά σου! Φτάνω έξω από το σπίτι σου. Θεέ μου, δώσε μου δύναμη να χτυπήσω το κουδούνι και να ανέβω τα σκαλιά! Κοιτάζω το μπαλκόνι σου. Από το δωμάτιο βλέπω πίσω από τις κουρτίνες να ξεχύνεται ένα μπλε φως. Είσαι μέσα, σχεδόν μπορώ να σε αγγίξω! Βλέπω το φούλι μας. Έχει γίνει τόσο μεγάλο που σχεδόν καλύπτει το μπαλκόνι και είναι γεμάτο άνθη. Όλη η γειτονιά μυρίζει, όλη η γειτονιά ξέρει τη λατρεία που έχουμε ο ένας για τον άλλο, όλη η πόλη νιώθω να καρδιοχτυπά σιμά μου, όλος ο κόσμος!
Χτυπάω το κουδούνι και το ξαναχτυπάω με μανία, τώρα θέλω να σε δω και δε θα αφήσω καμία πόρτα να μας χωρίσει!
Μέσα στον ύπνο μου ακούω το κουδούνι...Ξυπνάω...Δεν είναι το κουδούνι αλλά το τηλέφωνο, λάθος νόμισα. Μακάρι να ’σαι εσύ αγάπη μου! Μακάρι! Και η ευχή πραγματοποιείται, και ακούω τη φωνή σου στην άλλη άκρη της γραμμής: «Μου έλειψες, δε θέλω να είμαι άλλο μακρυά σου... δεν το αντέχω... Ξεκινάω για να έρθω Αθήνα... Σου φέρνω μαζί και μερικά λουλούδια από το φούλι μας. Να δεις πώς έχει γίνει! Πελώριο! Όλη η γειτονιά μυρίζει! Περίμενέ με το βράδυ. Σ’ αγαπώ!». «Σ’ αγαπώ». Μόνο αυτό σου είπα, μόνο αυτό κατάφερα. Ούτε για το όνειρο, ούτε για το φούλι, ούτε τίποτα. «Σ’ αγαπώ». Αυτό αρκεί. Όλα τα άλλα θα στα πω απο κοντά, και είναι τόσα πολλά! Και να που τα όνειρα πραγματοποιούνται! Και να που θα σε συναντήσω λατρεμένε μου!
Και η ώρα περνάει βασανιστικά. Και η καρδία μου πάει να σπάσει πιότερο απ’ ότι στο όνειρο! Και τα πόδια μου τρέμουν, και η ώρα της προσμονής γίνεται μαρτύριο όσο λιγοστεύουν τα χιλιόμετρα. Πιάνω τον εαυτό μου στη δουλειά να μετράει τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα που μας χωρίζουν. Κοιτάζω το ρολόι στον τοίχο και η ματιά μου κολλάει εκεί. Πλησιάζει η ώρα! Και νιώθω πως μπορώ να μυρίσω το άρωμά σου και πάλι, και νιώθω πως μπορώ να δω τη μορφή σου να φτάνει στα σκαλιά μου. Γυρνάω σπίτι και σε νιώθω παντού. Και ας μην ήρθες καν ακόμη. Νιώθω τόσο κατάκοπη! Σχεδόν αποκαμωμένη, όχι από τη δουλειά, αλλά από την προσμονή να έρθεις κοντά μου.
Με παίρνει για λίγο ο ύπνος. Ακούω το κουδούνι. Ήρθες! Συνειδητοποιώ πως είναι το τηλέφωνο για ακόμα μία φορά. Κοιτάζω το ρολόι. Η ώρα έχει πάει 01:00. Θα έπρεπε να έχεις έρθει. Μα πού είσαι; Τι σε κρατάει μακρυά μου;
Σηκώνω το τηλέφωνο βιαστικά. Είναι η μητέρα σου. Το μόνο που καταφέρνω να καταλάβω μέσα από τους λυγμούς είναι πως είχες ένα ατύχημα με τη μηχανή καθώς ερχόσουν, γύρω στις 21:40. Στο 94ο χιλιόμετρο... Και δεν έμεινε τίποτα, παρα μόνο μερικά άνθη από φούλι, διασκορπισμένα στο δρόμο.

MDIM - 04/2007

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

"A Long December" - Counting Crows

Παρότι ξεκινά Νοέμβρη αυτό το blog, νομίζω ότι το παρακάτω τραγούδι των Counting Crows αρμόζει γάντι στις δύσκολες μέρες που έρχονται...: 

A long December and there's reason to believe
Maybe this year will be better than the last
I can't remember the last thing that you said as you were leaving
Oh the days go by so fast

And it's one more day up in the canyons
And it's one more night in Hollywood
If you think that I could be forgiven
I wish you would

The smell of hospitals in winter
And the feeling that it's all a lot of oysters, but no pearls
All at once you look across a crowded room
To see the way that light attaches to a girl

And it's one more day up in the canyons
And it's one more night in Hollywood
If you think you might come to California
I think you should

Drove up to Hillside Manor sometime after 2 a.m.
And talked a little while about the year
I guess the winter makes you laugh a little slower
Makes you talk a little lower about the things you could not show her

And it's been a long December and there's reason to believe
Maybe this year will be better than the last
I can't remember all the times I tried to tell myself
To hold on to these moments as they pass

And it's one more day up in the canyon
And it's one more night in Hollywood
It's been so long since I've seen the ocean
I guess I should


Το αναρτώ με την ευχή να είναι η κάθε επόμενη χρονιά καλύτερη από κάθε περασμένη...