Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

"ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ"

Να σ’ αντικρίσω, ξαφνικά ψυχή μου, το ‘θελα, μα πάλι το σκοτάδι βλέπω και σωπαίνω...
Ο Μάρκος έκλεισε το ραδιόφωνο και αποφάσισε να κοιμηθεί. Είχε από ώρα ξαπλώσει. Ήξερε ότι είχε τόσα να κάνει την επομένη. Αρκούσε ένα βραχνιασμένο τηλεφώνημα στο γραφείο ώστε να φέρει εις πέρας τις δουλειές του. «Κομμάτια να γίνει», σκέφτηκε. «Εξάλλου αν είναι να κολλάω τώρα, τι έκατσα κι έφτιαξα τη λίστα;». Έριξε μια γρήγορη ματιά στο χαρτί δίπλα του. Σχεδόν το είχε γεμίσει με παυλίτσες που δίπλα κάτι έγραφαν. Πολλές εκκρεμότητες, άλλες σημαντικές και άλλες ασήμαντες. Στιγμιαία, το βλέμμα του κόλλησε στην τελευταία σειρά. – ΔΩΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΑ. Ήταν η μοναδική σημείωση γραμμένη με κεφαλαία. Η Έλενα…
Έσβησε το πορτατίφ του κομοδίνου και ξάπλωσε. Χαλάρωσε και άφησε τη σκέψη του στην αγαπημένη του. Την Έλενα όπως τη θυμόταν τότε. Όπως ήθελε εκείνος να τη θυμάται. Πριν το ατύχημα. Σε δύο μέρες είχε τη γιορτή της. Πάντοτε γκρίνιαζε εκείνη τη μέρα˙ για το τηλέφωνό που χτυπούσε ασταμάτητα, για τα πανομοιότυπα μηνύματα, για τις τυπικές ευχές. Ο Μάρκος είχε να το λέει για την κοινωνικότητά της, που τόσο όμως έδειχνε να την ενοχλεί. Η ίδια προτιμούσε τα γενέθλια. Τα θεωρούσε ξεχωριστή γιορτή, εφόσον για να τα θυμάται κανείς πρέπει να το θέλει.
Ό,τι κι αν έλεγε όμως εκείνη, όσο κι αν ψευτογκρίνιαζε με κάτι τέτοια, η αλήθεια ήταν άλλη. Η Έλενα ήταν η ψυχή της παρέας. Ο Μάρκος ποτέ δεν έλεγε πολλά. Πάντα ήταν λιγομίλητος, σκεφτικός. Εκείνη πάντα μιλούσε πριν απ’ αυτόν γι’ αυτόν. Ο ίδιος ποτέ δεν άνοιγε συζητήσεις επειδή πολύ απλά το έκανε αυτή για λογαριασμό του.
Αναλογιζόμενος την ακατάπαυστη αλλά γλυκιά αυτή φλυαρία της χαμογέλασε. Μα αμέσως σκέφτηκε την ημέρα του ατυχήματος. Καλοκαίρι, Αύγουστος μήνας. Δύο, τρεις μέρες τους έμεναν για τις διακοπές τους. «Τί λες; Πάμε στην παραλία;» είχε προτείνει εκείνος. Η Έλενα ήταν διστακτική στην αρχή. Το χαμόγελο του Μάρκου όμως ήταν καταλυτικό. Την έπεισε.
Στη διαδρομή ως την παραλία επικρατούσε μία ανεξήγητη σιωπή. «Είδα ένα περίεργο όνειρο χθες», έσπασε τη βουβαμάρα η Έλενα ως συνήθως. «Σχετικά με το γάμο. Ήμουν, λέει, στην εκκλησία, ντυμένη νύφη και σε περίμενα να έρθεις. Και φορούσα ένα πορφυρό, φουντωτό νυφικό. Το κόκκινο στα όνειρα συμβολίζει το γρήγορο, σωστά;».
Και έπειτα, σκόρπιες σκέψεις. Εκείνος στην παραλία, να τον έχει πάρει ο ύπνος κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα τους. Το μόνο που θυμάται ήταν ένας άντρας με κόκκινα ρούχα (ίσως να ήταν και ο ναυαγοσώστης μα πού μυαλό για τέτοιους συνειρμούς;), να έχει στα χέρια του την Έλενα και να προσπαθεί να τη συνεφέρει. Και μετά στο νοσοκομείο εκείνη με σωληνάκια, και έξω από το θάλαμο της εντατικής, μια μαύρη φιγούρα, εκείνος, αποσβολωμένος, να κάθεται όρθιος και να την κοιτάζει του χωρίς να μπορεί να πει τίποτα. «Μόνιμη εγκεφαλική βλάβη λόγω εισροής νερού στους πνεύμονες», είχε πει ο γιατρός.
Τις σκέψεις του διέκοψε ένας έντονος πονόδοντος που τον ταλάνιζε τον τελευταίο καιρό.
Γυρίζοντας πλευρό στην προσπάθεια του να απαλλαχθεί από τις ενοχλητικές σουβλιές, αναλογίστηκε τί θα μπορούσε να είχε κάνει. Μήπως είχε τη δυνατότητα να τη σώσει; Δύσκολο, ήταν ήδη αργά όταν ξύπνησε εκείνος. Μήπως δεν έπρεπε να κοιμηθεί; Αδύνατον, η ζέστη τον είχε αποβλακώσει. Μήπως δεν ήταν καλή ιδέα να πάνε για μπάνιο; Αστείο! Που να φανταζόταν πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο! Μήπως να πίστευε τις προκαταλήψεις της αγαπημένης του; Μα τί σκεφτόταν πάλι...
Τύψεις.
Η αλήθεια είναι πως οι σκέψεις αυτές ήταν τόσο συχνές, όσο και το είδωλό του στον καθρέφτη κάθε πρωί που έπλενε τα δόντια του. Κοίταξε το ηλεκτρονικό ρολόι του. 2:00 το πρωί. Έπρεπε να κοιμηθεί.
Η επόμενη ημέρα πέρασε γρήγορα, κυρίως λόγω της αναζήτησης του για το δώρο της Έλενας. Κατέληξε σε ένα όμορφο, ανοιξιάτικο πλεκτό που θυμόταν πως της άρεσε.
Το βράδυ αντιμετώπισε το ίδιο πάνω-κάτω σκηνικό. Πονόδοντος και Έλενα. Το μοναδικό διαφορετικό ήταν κάποια παραπάνω τηλέφωνα που δέχτηκε από φίλους. Αναλογίστηκε πως από το ατύχημα και μετά είχε αρχίσει να αλλάζει η κοινωνική ζωή του. Το απρόσμενα ενδιαφέρον ήταν μάλιστα πως σιγά-σιγά είχε πάρει το ρόλο του στην παρέα. Ρόλο ηγετικό, που ποτέ παλιότερα δεν είχε. Αν και δούλευε πολύ περισσότερο απ’ ότι πριν το ατύχημα είχε αρχίσει να δέχεται πολλές προσκλήσεις από φίλους του για ποτό ή βόλτα ή σινεμά. Ξεχάστηκε λίγο με αυτές τις σκέψεις.
Και ξαφνικά πλημμύρισε πάλι από τύψεις. Το πρωί έπρεπε να πάει να την δει. Υπολόγισε την ώρα ώστε να φτάσει στο Ίδρυμα (ποτέ δεν του άρεσε αυτή η λέξη) λίγο μετά τις 10:00 που ξεκινούσε το επισκεπτήριο.
Με το που ανάρρωσε η Έλενα ξεκίνησε τις απόπειρες αυτοκτονίας. «Μετατραυματική κατάθλιψη», το χαρακτήρισαν οι γιατροί. Το Ψυχιατρικό Ίδρυμα ήταν η μόνη λύση για να γίνεται σωστή παρακολούθηση, για τον πρώτο χρόνο τουλάχιστον.
Ίσως καταλάβαινε και η ίδια την κατάστασή της και δεν το άντεχε. Μάλλον αυτό ήταν. Σίγουρα… Η Έλενα πάντα ήταν πολύ υπερήφανη. Ποτέ δεν ήθελε να εξαρτάται από κανένα.
Ο Μάρκος θυμήθηκε εκείνη τη φορά που παραιτήθηκε από τη δουλειά της λόγω ευθιξίας. Επειδή δεν ήθελε να ζητήσει από κανένα γνωστό οικονομική βοήθεια, πήρε δάνειο. Τότε της είχε κάνει μεγάλη φασαρία. Μέρες ολόκληρες της κράταγε μούτρα. Ίσως έφταιγε και εκείνη η ατάκα, «Σα γυναικούλα κάνεις», του είχε πει. Όμως αυτή ήταν η αλήθεια και ο Μάρκος το παραδεχόταν. «Πάντα η Έλενα ήταν πιο δυνατή από ’μένα» σκέφτηκε. Και μετά ξανά στο μυαλό του το ατύχημα. Και εκείνη με σωληνάκια στην εντατική.
Ο πονόδοντος είχε αρχίσει να τον ενοχλεί πραγματικά. Προσπάθησε να κοιμηθεί γρήγορα, για να ξεφύγει από τις ανυπόφορες σουβλιές και τις ακόμη πιο ανυπόφορες σκέψεις.
Με το που άκουσε το ξυπνητήρι σηκώθηκε κατευθείαν από το κρεβάτι. Ετοιμάστηκε σχεδόν μηχανικά. Κοντοστάθηκε στο νιπτήρα. Κοιτάχτηκε σαν να μην αναγνώριζε τον εαυτό του Ήπιε ένα καφέ στα γρήγορα και ξεκίνησε με το δώρο του ακουμπισμένο στο κάθισμα του συνοδηγού.
Ήταν η πρώτη φορά μετά το ατύχημα που θα έβλεπε την Έλενα. Κοντά ένα μήνα. Η δουλειά του στην εφημερίδα δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια ώστε να προλαβαίνει το επισκεπτήριο, ούτε καν τα Σαββατοκύριακα.
«Οι εξελίξεις στο χώρο είναι ραγδαίες. Θέλουμε έναν ρεπόρτερ σαν και ’σένα για να βγάζει το φίδι από την τρύπα», του είχε πει ο συντάκτης του. Ούτε καν «καλό ρεπόρτερ», απλά έναν «για να βγάζει το φίδι από την τρύπα». Σκέφτηκε ότι δε μετάνιωσε καθόλου εν τέλει για τη χθεσινή κοπάνα του από το γραφείο. Μα πώς θα της εξηγούσε αυτή τη “στροφή στην καριέρα του”; Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να της πει για το στρίμωγμα που έτρωγε από το αφεντικό του, εξάλλου αυτά λίγο την ενδιέφεραν τώρα. Από την άλλη δεν ήθελε να νομίζει ότι έχει αρχίσει να την ξεχνάει σιγά-σιγά. Ή μήπως αυτό συνέβαινε; Σίγουρα είχε τη δυνατότητα να δουλεύει λιγότερο, πώς το κατάφερνε αυτό εξάλλου όταν η Έλενα ήταν καλά; Η δουλειά στην πραγματικότητα τον έκανε να ξεχνάει και να ξεχνιέται. Ούτε Έλενα, ούτε τύψεις. Σωτήριο από όλες τις απόψεις.
Ωστόσο η Έλενα γιόρταζε και έπρεπε να κάνει ότι ήταν δυνατό για να της φτιάξει τη διάθεση. Και εκεί που ήταν, ποιος θα βρισκόταν να της ευχηθεί για τη γιορτή της; Μάλλον κανείς, οπότε ήθελε να είναι ο πρώτος που θα την επισκεπτόταν. (Μα αυτό δεν ήθελε πάντα εκείνη; Ένας λόγος παραπάνω λοιπόν για να τη βρει ευδιάθετη).
Πάρκαρε το αυτοκίνητο βιαστικά, άρπαξε το δώρο και κατευθύνθηκε προς το προαύλιο. Είδε με την άκρη του ματιού του μία φιγούρα σαν την Έλενα, πιο αποστεωμένη όμως και ακίνητη σαν άγαλμα, να κάθεται σε ένα παγκάκι. Πλησίασε πολύ μέχρι να σιγουρευτεί ότι ήταν εκείνη. Για μια στιγμή σκέφτηκε την Έλενα πριν το ατύχημα, έπειτα κοίταξε εκείνη που από λεπτό σε λεπτό θα της έτεινε το χέρι για να την αγκαλιάσει και νόμισε ότι ήταν δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Μια πανέμορφη κοπέλα από τη μία και η σκιά της από την άλλη. Έδιωξε βιαστικά τις σκέψεις του όσο πλησίαζε προς τη δεύτερη.
“Χρόνια πολλά και ότι επιθυμείς, να χαίρεσαι τη γιορτή σου”, της είπε καθώς την αγκάλιαζε. Τυπική ευχή, τυπική αγκαλιά, ίσως και τυπική αγάπη, μα πού μυαλό για τέτοιους συνειρμούς.
Αυτή που έμοιαζε με την Έλενα δεν αποκρίθηκε. Μόνο γύρισε το βλέμμα της και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Η επιφυλακτικότητα είναι στενός συνεργάτης της σιωπής.
«Αυτό είναι για ’σένα» είπε δίνοντάς της την τσάντα με το μεγάλο φιόγκο. Η Έλενα την πήρε χωρίς να την ανοίξει. Ο Μάρκος για μια στιγμή πάγωσε. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.. Πήρε πάλι πίσω τη σακούλα, έβγαλε τη μπλούζα από μέσα και της την έδωσε.
- Πώς σου φαίνεται;
- Δεν ξέρω... Δε θα ‘πρεπε να είναι κόκκινη... Όχι αυτό το χρώμα...
Σκέφτηκε πως έπρεπε γρήγορα να αλλάξει θέμα. Με την άκρη του ματιού του είδε ακουμπισμένο δίπλα της το αγαπημένο της βιβλίο.
- Βλέπω ξεκίνησες να διαβάζεις πάλι;
- Ναι.
- Μα γιατί πάλι αυτό το βιβλίο; Αφού το έχεις διαβάσει ήδη αρκετές φορές.
- Έχω τους λόγους μου.
Η υποτυπώδης συζήτηση έκανε την ώρα να περνάει βασανιστικά αργά, λες και κάθε λεπτό είχε τριπλασιάσει τη διάρκειά του. Μετά από λίγο ο Μάρκος δεν άντεξε. Αποφάσισε να φύγει. Αποχαιρέτησε την Έλενα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και όταν την πρωταντίκρυσε, της έδωσε μία ακόμη τυπική ευχή και απομακρύνθηκε βλέποντας την να υπογραμμίζει κάτι πάνω στο βιβλίο.
Η περιέργειά του τον έκανε να πισωγυρίσει, για ένα τελευταίο φιλί δήθεν, για μια κλεφτή ματιά στην πραγματικότητα. Σε όλη τη διαδρομή της επιστροφής δε μπορούσε να θυμηθεί αν το έδωσε τελικά αυτό το φιλί. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν οι λίγες υπογραμμισμένες λεξούλες στο βιβλίο:
Η απουσία είναι ένα είδος μικρού θανάτου...

MDIM - 12/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου